Ο χρόνος είναι η πιο βολική δικαιολογία, γιατί κανείς δεν μπορεί να την αντικρούσει εύκολα. Όλοι είμαστε πιεσμένοι, όλοι έχουμε υποχρεώσεις, όλοι νιώθουμε ότι η μέρα τελειώνει πριν προλάβουμε να κάνουμε αυτά που είχαμε στο μυαλό μας. Οπότε το “δεν έχω χρόνο” περνάει χωρίς αντίσταση.
Κι όμως, συχνά δεν είναι θέμα χρόνου. Είναι θέμα βάρους. Δεν ξεκινάς το project επειδή δεν έχεις δύο ώρες ή επειδή φοβάσαι ότι θα δεις πόσο πίσω είσαι; Δεν στέλνεις εκείνο το email επειδή δεν πρόλαβες ή επειδή δεν θέλεις να εκτεθείς; Δεν φτιάχνεις το οικονομικό σου πλάνο επειδή είσαι απασχολημένος ή επειδή προτιμάς να μη δεις τους αριθμούς καθαρά;
Το μυαλό μας ξέρει να προστατεύεται. Αν κάτι μας αγχώνει, το βαφτίζει έλλειψη χρόνου. Έτσι δεν χρειάζεται να παραδεχτούμε τον φόβο, την αμηχανία ή την αναβλητικότητα. Το πρόβλημα φαίνεται εξωτερικό, ενώ στην πραγματικότητα πολλές φορές είναι εσωτερικό.
Δεν σημαίνει ότι όλοι έχουν τον ίδιο χρόνο ή τις ίδιες συνθήκες. Κάποιοι όντως πιέζονται πολύ περισσότερο. Αλλά ακόμα και τότε, η ερώτηση δεν είναι “έχω χρόνο;”. Είναι “πού πηγαίνει ο χρόνος που έχω;”. Γιατί αν δεις τίμια μια εβδομάδα σου, θα βρεις μικρά κομμάτια που χάνονται σε θόρυβο. Όχι πάντα σε διασκέδαση. Μερικές φορές χάνονται σε μικρές αποφάσεις, σε συνεχείς διακοπές, σε μηνύματα που δεν χρειάζονταν άμεση απάντηση, σε δουλειές που κάνεις από συνήθεια και όχι από ανάγκη.
Η αλλαγή ξεκινά όταν σταματήσεις να μιλάς γενικά για χρόνο και αρχίσεις να μιλάς συγκεκριμένα για επιλογές. Αν κάτι είναι σημαντικό, του δίνεις θέση στο ημερολόγιο πριν το καταπιεί η μέρα. Αν κάτι σε τραβά συνέχεια πίσω, το βγάζεις από το περιβάλλον σου. Αν κάτι φοβάσαι να ξεκινήσεις, το μικραίνεις τόσο πολύ ώστε να μη μοιάζει απειλητικό.
Το “δεν έχω χρόνο” δεν είναι πάντα ψέμα. Αλλά πολλές φορές είναι μισή αλήθεια. Και οι μισές αλήθειες είναι επικίνδυνες, γιατί σε αφήνουν να νιώθεις δικαιωμένος ενώ μένεις στάσιμος.